Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

«Είναι ο Θεός συµβατός µε τη Δηµοκρατία;»


«Ο ρόλος της θρησκείας πρέπει να είναι  καθαρά ιδιωτικός», πιστεύει ο ιταλός  διανοούµενος Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις,  ο οποίος στο βιβλίο του «Υπάρχει Θεός;»  αντιµετώπισε διαλογικά τον Γιόζεφ  Ράτσινγκερ, προτού εκείνος εκλεγεί Πάπας.  «∆εν λέω ότι δεν είναι επιτρεπτή η δηµόσια  λατρεία, απλώς ότι ο Θεός πρέπει να  εξοριστεί από τη δηµόσια σφαίρα»
Η θρησκεία, η επιστήµη, η ψήφος, ακόµη και η ευθανασία τέθηκαν στο τραπέζι µιας ενδιαφέρουσας συζήτησης στη Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών, µε πρωταγωνιστή τον ιταλό διανοούµενο Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις
«Πρέπει να έχουµε το θάρρος να θέσουµε το πρόβληµα µε ριζοσπαστικούς όρους:είναι ο Θεός συµβατόςµε τη Δηµοκρατία;». Αυτό το προκλητικό ερώτηµα έθεσε ο Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις, ιταλός διανοούµενος που πήρε µέρος σε ανοιχτή για το κοινό συζήτηση στη Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών, στο πλαίσιο της σειράς «Λέξεις και Σκέψεις».

Η απάντηση που δίνει ο ίδιος είναι ότι µόνο µε αυστηρούς περιορισµούς συµβιβάζεται ο Θεός µε τη Δηµοκρατία.

Γιατί «η Δηµοκρατία είναι το πρώτο πολίτευµα που στηρίζεται στην αυτονοµία του ανθρώπου και στο οποίο ορίζουµε εµείς τον νόµο, όχι το θέληµα του Θεού».

Ο Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις που δίδαξε Ηθική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήµιο La Sapienza της Ρώµης και διευθύνει το περιοδικό «MicroMega» έγινε διεθνώς γνωστός από το βιβλίο του «Υπάρχει Θεός;» (2006), το οποίο ήταν ένας διάλογος ανάµεσα στον ίδιο και τον Γιόζεφ Ράτσινγκερ, προτού ο τελευταίος εκλεγεί Πάπας. «Ο ρόλος της θρησκείας πρέπει να είναι καθαρά ιδιωτικός» πιστεύει.

«Δεν λέω ότι δεν είναι επιτρεπτή η δηµόσια λατρεία, απλώς ότι ο Θεός πρέπει να εξοριστεί από τη δηµόσια σφαίρα. Η Δηµοκρατία δεν στηρίζεται µόνο στην ψήφο, γιατί αυτό θα ήταν απλώς µια σχέση δύναµης, µια σχέση αριθµών. Στηρίζεται στη λήψη αποφάσεων µέσω διαλόγου, σε µια διαδικασία στην οποία µετέχουν όσο περισσότεροι γίνεται, µε λογικάεπιχειρήµατα.

Αν σε έναν διάλογο υπάρχει η θέση “έτσι το θέλει ο Θεός”, τότε δεν υπάρχει διάλογος».

Η συζήτησηείχετίτλο «Επιστήµη και θρησκεία:

µια δύσκολη σχέση;» και συµµετείχαν επίσης ο καθηγητής Φιλοσοφίας των Επιστηµών Στάθης Ψύλλος και ο διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» Σταύρος Ζουµπουλάκης.

Ο Στάθης Ψύλλος, κάνοντας ιστορική αναδροµή της θέσης του Θεού στην επιστηµονική εικόνα του κόσµου από τηνεποχή του Γαλιλαίου µέχριτον σηµερινό «ευφυή σχεδιασµό», υποστήριξε ότι για την επιστήµη τοθέµα της ύπαρξης ή µη του Θεού είναι πλέον αδιάφορο. «Σηµασία έχει η υπεράσπιση του ορθού λόγου»τόνισε. «Η επιστήµη δεν έχει στόχο την εκθεµελίωση της θρησκείας αλλά την κατανόηση του κόσµου. Και για την κατανόηση του κόσµου δεν έχει οπωσδήποτε ανάγκη την παραδοχή της ύπαρξης ενός αρχιτέκτονα».

Για τη Φιλοσοφία, είπε ο Στάθης Ψύλλος, οτιδήποτε δεν παράγει αντίφαση είναι δυνατό. Στην εποχή του Γαλιλαίου και µετά, ο Θεός των φιλοσόφων υπήρχε µεν, ήταν όµως ένας φιλοσοφικός Θεός, ένας εξωτερικός παράγων. Στο καρτεσιανό σύστηµα κατέλαβε τον ρόλο του εγγυητή. Από τους πρώτους που διατύπωσαν την άποψη ότι η ιδέα του Θεού είναι άνευ περιεχοµένου για τη Φιλοσοφία ήταν ο Ντέιβιντ Χιουµ.

Ο Καντ κινήθηκε επίσης σε ένα ανάλογο πλαίσιο ενώ ο 18ος αιώνας, γενικότερα, αφήνει τον Θεό µετέωρο. Στην επιστήµη, πλέον, η ανάγκη του Θεού εκλείπει. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο µαθηµατικός Πιερ Σιµόν Λαπλάς έγραψε την περίφηµη «Ουράνια Μηχανική» και ρωτήθηκε για το ρόλο του Θεού στο έργο του αυτό, απάντησε: «Δεν χρειάστηκα αυτή την υπόθεση».

Ο Σταύρος Ζουµπουλάκης είπε ότι «οι στατιστικές είναι εντυπωσιακές και δείχνουν µεγάλη υποχώρηση του αριθµού των ανθρώπων που εκκλησιάζονται στην Ευρώπη», όπως και µια «πλήρη αποσύνδεση της χριστιανικής θρησκείας από τον πολιτισµό». Πρόσθεσε δε πως «από τις έρευνες προκύπτει ότι οι χριστιανοί δεν πιστεύουν πλέον στην Ανάσταση, ούτε στη θεϊκή υπόσταση του Χριστού. Ακόµα και η άνοδος της χριστιανικής πίστης στις ανατολικές χώρες πρέπει περισσότερο να ιδωθεί ως επαναπροσχώρηση σε µια χαµένη – λόγω κοµµουνισµού – εθνική ταυτότητα παρά σε πραγµατική άνοδο του θρησκευτικού συναισθήµατος. Στην Ευρώπη υπάρχει παντελής άγνοια των θρησκευτικών συµβόλων σε βαθµό ασύλληπτο. Οι περισσότεροιδεν γνωρίζουν καν τι είναι ο άσωτος υιός ή ποιοι είναι ο Ιακώβ και ο Ισαάκ ενώ οι Γάλλοι όταν ακούν τη λέξηTrinite (Αγία Τριάδα) το µυαλό τους πάει σε µία στάση του Μετρό. Ούτε µπορούν να απαντήσουν αν ερωτηθούν τι είναι Ανάληψη ή Πεντηκοστή».

Διαφορές απόψεων δηµιουργήθηκαν ανάµεσα στον Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις και στον Σταύρο Ζουµπουλάκη στο θέµα της ευθανασίας. «Σε ποια βάση λέµε “όχι” στην ευθανασία;» αναρωτήθηκε ο πρώτος, ο οποίος έθεσε και το θέµα. «Δεν αποφασίζω εγώ για το τέλος του Ράτσινγκερ. Γιατί αυτός αποφασίζει για το δικό µου;» πρόσθεσε, διευκρινίζοντας ότι µιλάει πάντα για περιπτώσεις στις οποίες ιατρικάδεν υπάρχει σωτηρία και ο ασθενής θέλει να φύγει από τη ζωή. Ο Σταύρος Ζουµπουλάκης είπε από την πλευρά του ότι δεν µπορεί να δεχθεί κανένας την ευθανασία, κυρίως γιατί βάζει σε πολύ δύσκολη θέση εκείνον που θα κατεβάσει τους διακόπτες. «Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για φόνο και το πρωταρχικό στοιχείο του πολιτισµού είναι το “ου φονεύσεις”» υποστήριξε.
«Αν σε έναν διάλογο υπάρχει η θέση “έτσι το θέλει ο Θεός”, τότε δεν υπάρχει διάλογος», σχολίασε ο ιταλός διανοούµενος Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις

«Ο Αϊ-Βασίλης νίκησε... τον Χριστό»

«Οι γιορτές στις ηµέρες µας έχουν αδειάσει από κάθε θρησκευτικό περιεχόµενο», παρατήρησε ο διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» Σταύρος Ζουµπουλάκης. «Ο Σάντα Κλάους και ο Περ Νοέλ έχουν νικήσει κατά κράτος τον Χριστό. Μόνο στον Τρίτο Κόσµο ο χριστιανισµός γνωρίζει εξάπλωση και αυτό γιατί οι ιεραποστολές, κυρίως προτεσταντικές, έχουν αποσυνδέσει την πίστη από την κουλτούρα». Οσο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, εκεί «επικρατεί επανάπαυση και εφησυχασµός. Η Εκκλησία προσπαθεί µέσω του κράτους να διατηρήσει την επιρροή της στην κοινωνία».

Ο Πάολο Φλόρες Ντ’ Αρκάις σχολίασε επ’ αυτού ότι «πράγµατι η Καθολική Εκκλησία περνάει κρίση, πράγµατι είναι λιγότεροι αυτοί που πηγαίνουν στην εκκλησία και ακόµα λιγότεροι αυτοί που υπακούουν στους κανόνες της, υπάρχει όµως ένα παράδοξο: η επιρροή της στην πολιτική ζωή και τα µέσα ενηµέρωσης είναι πολύ µεγάλη. Βρίσκεται πολύ κοντά, να το πούµε έτσι, στο πολιτικό κατεστηµένο. Μπορεί να είναι λίγοι στην Ιταλία αυτοί που έχουν διαβάσει την Καινή Διαθήκη, τα Θρησκευτικά όµως είναι υποχρεωτικά στα σχολεία. Μπορεί να µπαίνει λιγότερος κόσµος στις εκκλησίες, οι πολιτικοί όµως ακούν περισσότερο τους επισκόπους. Στο καθεστώς Μπερλουσκόνι υπάρχει και Θεός και Μαµµωνάς. Και οι επίσκοποι, όταν επεµβαίνουν σε κοινωνικά ζητήµατα – λ.χ. στα της έκτρωσης – εισακούονται». 

τα Νέα  

Δεν υπάρχουν σχόλια: