Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Μιχάλης Μπουναρτζίδης : Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες

«Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες»
Μιχάλης Μπουναρτζίδης

Έκδοση: ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ,  

Λίγα λόγια του συγγραφέα :
Η καταγωγή μου είναι Αδριανουπολίτικη, Ορτακινή και Κομοτιναίικη.  
Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Σουφλί κι η μάνα μου στην Ξάνθη ∙ εκεί γεννήθηκα κι εγώ το ’47, εκεί μεγάλωσα και τέλειωσα το σχολείο, και μετά οι σπουδές κι όλα τ άλλα της ζωής, μ ανάγκασαν να ζήσω όλα μου τα χρόνια μακρυά απ τη Θράκη ∙ βέβαια δυο, τρεις φορές το χρόνο είμαι επάνω, κι ας χρειάζομαι 10 ώρες να φτάσω. Έτσι έγινε και λίγο καημός, έτσι φτιάχτηκε σιγά-σιγά η ιδέα να κάνω κάτι κι εγώ για τον τόπο μου.
Το βιβλίο έχει να κάνει με την ιστορία της πατρίδας μας της Θράκης, τα χρόνια των μεγάλων αλλαγών και της προσφυγιάς των Θρακιωτών, ανάμεσα στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 και στο 1922. Είναι μυθιστόρημα, (τουλάχιστον τέτοια δομή έχει) και αναφέρεται σε μια χρονική περίοδο 40 ετών, από το 1882 που γεννήθηκαν οι δυό παππούδες μου, ο ένας στο Ορτάκιο του Άρδα κι ο άλλος στην Αδριανούπολη, μέχρι το τέλος του 1922. Συνέπεσε η περίοδος αυτή, που μεγάλωσαν, ανδρώθηκαν κι έκαναν οικογένειες, να είναι τα χρόνια που άλλαξαν τον κόσμο τους, στη Θράκη, στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, στην Ελλάδα, σ ολόκληρη την Ευρώπη τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.


Την πέρασα την ιστορία μέσα από κάποια στοιχεία που μου ήταν γνωστά, κι άλλα που τα πήρα και τα ταίριασα μέσα απ την Ιστορία, την γραμμένη, (γι αυτό άλλωστε και στο τέλος υπάρχει πίνακας με τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν). Στόχος μου ήταν να γράψω για την ιστορία της Θράκης, αυτήν την περίοδο που ο κόσμος ήρθε τ απάνω κάτω· για την ιστορία που οι νέοι,  ακόμα κι οι Θρακιώτες, δεν έχουν ιδέα· μόνο που αυτή είναι δουλειά των ιστορικών, όχι δικιά μου. Εγώ ήθελα να την γνωρίσουν αυτήν την ιστορία, όπως φαντάστηκα να τη βιώνουν μερικοί απλοί άνθρωποι, κι όχι σαν Ιστορία… όσοι κάνουν τον κόπο να διαβάσουν τις σελίδες που έγραψα. Τελικά φτιάχτηκαν δυό ιστορίες που μπορεί να έγιναν έτσι, αλλά μπορεί κι αλλιώς, σημασία έχει να μάθει, όποιος κάνει τον κόπο να τις διαβάσει, την ιστορία της Θράκης αυτή την περίοδο αλλά και μπόλικα απ την ιστορία όλου του Ελληνικού χώρου, αυτά τα δυό πάνε μαζί, εδώ και κοντά ενενήντα χρόνια.
Σημασία έχει να ξέρουμε τις ρίζες μας και το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα, όπως τα βλέπουμε και τα ζούμε τώρα.

Μιχάλης Μπουναρτζίδης

παρακάτω ένα απόσπασμα απο το βιβλίο :

Κάπου απ την αρχή, το 1882 ή πρωτύτερα ……….
….. Φέτος ήταν πάλι, που άκουσε για ένα καινούριο τραίνο που θα ενώσει, λένε, κατ ευθείαν την Πόλη με το Παρίσι μόλις τελειώσουν οι γραμμές, ποιος ξέρει πότε θα ξεκινήσει το δρομολόγιο... Για την Πόλη είχε ακούσει πολλά και θαυμαστά αλλά δεν είχε πάει ποτέ του, όσο γι’ αυτό το Παρίσι, κάτι έλεγε μέσα του ότι ήταν μακρυά, πολύ μακρυά και μάλλον πιο μεγάλο απ’ την Αντριανού ή τη Φιλιππούπολη. Είχε ρωτήσει μερικούς, εκεί γύρω στο σταθμό που δούλευαν τότε, αλλά κι αυτοί δεν ήξεραν πιο πολλά. Σίγουρα ο Τούρκος σταθμάρχης θα ήξερε, αλλά ποιος τολμούσε να τον ρωτήσει, έτσι απλησίαστος που φάνταζε με τη στολή του….
Το φθινόπωρο προχωρούσε, αλλά ο καιρός αργούσε να χαλάσει εκείνη τη χρονιά και τους παραξενοφάνηκε που σταμάτησε η δουλειά, «για λίγο», τους είχαν πει. Οι φασαρίες που γίνονταν μόλις μερικούς μήνες πριν, είχαν λιγοστέψει, ακούγονταν όμως ότι ξεκίνησε πόλεμος, αλλά αυτό ήταν ψηλά καταπάνω, πόλεμος με τους Ρώσους, κάτι τέτοιο… Κάποιοι άκουσαν για Τούρκους κατσάκηδες1 απ’ το στρατό του Σουλτάνου που υποχωρούσε, έκαναν λέει πλιάτσικο στις πόλεις και τα χωριά στα βόρεια  και κατά τη Μαύρη Θάλασσα, διάφορες σκόρπιες κουβέντες, αλλά αυτά φάνταζαν μακρινά… Τέλος πάντων η δουλειά είχε τελειώσει για την ώρα, δεν γίνονταν αλλιώς, πληρώθηκαν, γύρισαν στο Ντιμότικα, ψώνισαν απ την πόλη μερικά χρειαζούμενα για τα σπίτια τους κι έπεσαν νωρίς για ύπνο, σ ένα χάνι στα ριζά του κάστρου.
Είχαν ξεκινήσει κι’ εκείνο το πρωί που θα γύριζαν πίσω, σχεδόν αξημέρωτα, όπως έκαναν πάντα τέτοια εποχή που μίκραινε η μέρα, για να προλάβουν να φτάσουν στα σπίτια τους πριν να πέσει η νύχτα. Περπατούσαν στο δρόμο που είχαν χαράξει άνθρωποι και ζωντανά, για χρόνια αμέτρητα, ψηλά πάνω απ’ τις όχθες του  ποταμιού, του Κιζήλ Ντερέ2, μακρυά απ’ τους άμμους και τα φιδογυρίσματά του, έξω απ’ τα καβάκια κι απ τα πλατάνια, απ τα καραγάτσια κι απ τις ιτιές που φύτρωναν στις άκρες του. Περπατούσαν με σταθερά μεγάλα βήματα, σέρνοντας τα φορτωμένα μουλάρια τους απ’ την τριχιά, χωρίς να μιλάνε, ήσυχα, ο καθένας συντροφιά με τα δικά του. Απ’ το χάραμα, δεν είχαν συναντήσει παρά μόνο δυό-τρεις μπαξεβάνηδες, μακρυά έξω από την πόλη. Όσο προχωρούσαν, ο τόπος ήταν χέρσος αλλά ήμερος, μπαϊρια δεξιά κι αριστερά, που ανηφόριζαν χωρίς βιασύνη. Κατά τη μεριά του ήλιου, μακρυά στο βάθος οι λόφοι ψήλωναν κι αυτοί μαλακά, αργά, το δάσος με τις βελανιδιές άρχιζε και πύκνωνε όσο ανέβαινε προς τα βουνά που μόλις αχνοφαίνονταν μέσα στο φέγγος, ήταν κι’ αυτά ήμερα και χαμηλά. Ανάμεσα κι’ αριά, έβλεπαν χωράφια θερισμένα πια, στεγνά και διψασμένα, που περίμεναν να έρθει η ώρα τους να τα οργώσουν και να τα σπείρουν. Η ζέστη ήταν λίγο παραπάνω απ’ ότι έπρεπε για την ώρα και γι αυτή την εποχή. Ο καιρός ήταν βαρύς, μουντός, θα το πήγαινε για βροχή καλοδεχούμενη. Ήταν ήσυχα, πολύ ήσυχα, σχεδόν δεν ακούγονταν ούτε κελάιδισμα απ τα πουλιά...
Είχαν φθάσει σε μια στροφή του δρόμου που πλησίαζε προς το ποτάμι και τα δέντρα ήταν λίγο πιο αριά φυτρωμένα. Που και που φαίνονταν οι αμμούδες και τα λιγοστά νερά που έμοιαζαν με σταματημένα. Ξαφνικά, αυτός που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε απότομα και κράτησε το μουλάρι του. Σήκωσε το χέρι του στο πλάι κι’ είπε χαμηλόφωνα να κάνουν ησυχία. …….

…. και πιο ύστερα, το 1897…..
-Να κατεβείς. Θα έρθουν και λίγα όργανα, θα πηδήξουμε τις φωτιές τ Αη Γιάννη, θα χορέψουμε, θα πιούμε και κάνα ποτήρι να σε χαιρετήσουμε κιόλας, που φεύγεις! Να έρθεις.
            Την άλλη μέρα, παραμονή του Αη Γιάννη τα παιδιά είχαν δουλειά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: